αιώνας

[эонас] ουσ. а век, столетие.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αιώνας" в других словарях:

  • αιώνας — ο 1) век; ΦΡ. εις τον αιώνα τού αιώνος / εις τους αιώνας των αιώνων! и во веки веков! 2) эпоха Этим. < дргр. αιών, ώνος < инд. aiw «жизнедеятельность, продолжительность» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • αιώνας — ο (Α αἰών, ο και η) 1. μεγάλο, απεριόριστο χρονικό διάστημα, στο παρελθόν ή στο μέλλον, μακριά σειρά ετών, χρόνια και χρόνια (στα νεοελλ. και μτφ. ή και για δήλωση υπερβολής) 2. φρ. «απ αιώνος», από ακαθόριστο χρόνο στο παρελθόν, από πολύ παλιά… …   Dictionary of Greek

  • αιώνας — ο 1. χρονικό διάστημα εκατό ετών: Η τουρκοκρατία στην Ελλάδα κράτησε σχεδόν τέσσερις αιώνες. 2. περίοδος, εποχή: Ζούμε στον αιώνα της ατομικής ενέργειας. 3. μακρό (ακαθόριστο) χρονικό διάστημα: Είχαμε να ιδωθούμε έναν αιώνα. 4. ο ατέλειωτος… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αἰῶνας — αἰών aevum masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καινοζωικός ή τριτογενής αιώνας — Ο τελευταίος γεωλογικός αιώνας, ο οποίος περιλαμβάνει δύο μεγάλες περιόδους: το τριτογενές και το τεταρτογενές. Η διάρκειά του υπολογίζεται περίπου σε 55 65 εκατομμύρια χρόνια. Σύμφωνα με άλλες σχολές, ο κ.α. ταυτίζεται με το τριτογενές, ενώ το… …   Dictionary of Greek

  • μεσοζωικός αιώνας — Υποδιαίρεση του γεωλογικού χρόνου που προηγείται του καινοζωικού και έπεται του παλαιοζωικού αιώνα. Ο μ.α., που ονομάζεται και δευτερογενής, διήρκεσε περίπου 120 εκατομμύρια έτη και υποδιαιρείται, από κάτω προς τα άνω, στις περιόδους τριασική (40 …   Dictionary of Greek

  • παλαιοζωικός ή πρωτογενής αιώνας — Γεωλογικός αιώνας, που ονομάστηκε πρωτογενής όταν δεν ήταν ακόμα γνωστή η ύπαρξη αρχαιότερων εδαφών, των αρχαιοζωικών· σήμερα χρησιμοποιείται ο όρος παλαιοζωικό. Κατά τη διάρκεια του αιώνα αυτού αποτέθηκαν παχιά στρώματα ιζηματογενών πετρωμάτων… …   Dictionary of Greek

  • αζωικός αιώνας — Παλαιότερη ονομασία του αρχαιοζωικού ή ηωζωικού αιώνα …   Dictionary of Greek

  • ανθρωποζωικός αιώνας — Ονομασία που έδωσε ο Χέκελ στον τεταρτογενή αιώνα, τον τελευταίο από τους πέντε γεωλογικούς αιώνες στους οποίους υποδιαιρείται η ιστορία της Γης. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής επικρατούσαν στον πλανήτη μας ορεογραφικές, βιολογικές και… …   Dictionary of Greek

  • Εικοστός Αιώνας — Καλλιτεχνικό περιοδικό, που εκδιδόταν τέσσερις φορές τον χρόνο στη δεκαετία 1930 40. Διευθυντής του ήταν ο Μ. Τόμπρος. Δημοσίευσε κείμενα λογοτεχνίας και μελέτης των εικαστικών τεχνών …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.